Πόση απειλή κρύβει η «πακιστανοποίηση» της Τουρκίας;

Την ώρα που ο Τουρκικός στρατός έφθανε στα περίχωρα της Affrin, και η Τουρκική αεροπορία βομβάρδιζε Κουρδικούς στόχους στο Ιρακινό Κουρδιστάν, δεκάδες χιλιάδες Κούρδοι στη δυτική Ευρώπη προκαλούσαν χάος με τις καταλήψεις σιδηροδρομικών σταθμών (Βρετανία), αεροδρομίων (Γερμανία) και διαδηλώσεων στις πρωτεύουσες πολλών χωρών, διαμαρτυρόμενοι για την επίθεση της Άγκυρας στη Συρία.

Εκείνη την ώρα, ο Τούρκος πρόεδρος αναλίσκονταν σε μια ακόμη υβριστική επίθεση κατά του προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας αλλά και αμφισβήτησης του status quo  που καθορίζεται από διεθνείς συνθήκες.

Η επανάληψη της πολιτικής σφαγών και υποχρεωτικής μετακίνησης πληθυσμών των νεοτούρκων, το πρώτο ήμισυ του 20ου αι., επαναλαμβάνεται σήμερα σε μια νέο-οθωμανική εκδοχή από τον Tayip Erdogan, που πιστεύει πως έφθασε η «ώρα της Τουρκίας» να αναδειχθεί σε μια ισχυρή περιφερειακή δύναμη.

Ο Τούρκος πρόεδρος, αντιγράφοντας σε μεγάλο βαθμό το μοντέλο διοίκησης και διαχείρισης του Πακιστάν, δημιουργεί ισχυρό αντί-αμερικανικό ρεύμα στην Τουρκία προκειμένου να ενδυναμώσει το εθνικιστικό αίσθημα των Τούρκων, με ταυτόχρονη ανάδειξη του Ισλάμ σε μέρος της πολιτικής –εσωτερικής και διεθνούς- επιλογής της κυβέρνησής του και της χώρας του.

Στο πλαίσιο αυτό, στηρίχθηκε στο παρελθόν και σήμερα η συνεργασία των Τουρκικών αρχών με ισλαμιστικές εξτρεμιστικές οργανώσεις στη Συρία (Ισλαμικό Κράτος, Al Nusra,Αδελφοί Μουσουλμάνοι), η στήριξη της «Μουσουλμανικής Αδελφότητας» στον Αραβικό κόσμο και της Χαμάς στην Παλαιστίνη. Στη βάση αυτή και η συνεργασία του με το Κατάρ, με το οποίο μοιράζεται μια κοινή αντίληψη του «πολιτικού Ισλάμ».  Ακριβώς όπως το Πακιστάν, σύμμαχος των ΗΠΑ και μέλος του ASEAN, επέτρεψε στο έδαφός του την ανασυγκρότηση των Ταλιμπάν και τη δημιουργία ομάδων φιλικών στο Ισλαμικό κράτος εντός της επικράτειά του.

Έχοντας υπόψιν αυτά, προκαλείται εύλογα το ερώτημα αν η σημερινή Τουρκία είναι πράγματι ένα μέλος του ΝΑΤΟ, με συνείδηση των υποχρεώσεών της απέναντι στη συμμαχία. Η συμμαχία, υποτίθεται, είναι αντίθετη στον Ισλαμικό εξτρεμισμό, βρίσκεται αντιμέτωπη με τη Ρωσία και το Ιράν, πολέμησε το Ισλαμικό Κράτος, δεν στηρίζει απειλές σε βάρος μελών της.

Η πραγματικότητα μας διαψεύδει, καθώς η Τουρκία κάνει ακριβώς ό,τι το ΝΑΤΟ υποστηρίζει πως είναι λάθος. Το κάνει επιδεικτικά και εμφαντικά. Από την αγορά των SS-400, τη συνεργασία στη Συρία με Μόσχα και Τεχεράνη, τις απειλές κατά Ισραήλ και τέλος τις συνεχείς απειλές κατά της συμμάχου της, Ελλάδας. Εδώ και πάλι αντέγραψε το Πακιστάν, που συνεργάστηκε με τη Βόρειο Κορέα και την Κίνα, όντας μέλος της δυτικής συμμαχίας στη ΝΑ Ασία.

Στο πλαίσιο αυτό η αναθεωρητική ρητορική της Άγκυρας, όπως εκφράζεται από το σύνολο της πολιτικής και πολιτειακής της ηγεσίας δεν προκαλεί πλέον έκπληξη καθώς έχει αντικαταστήσει τις δήθεν φιλοδυτικές της αναζητήσεις, από ευθείες απειλές προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, είτε γενικευμένα για ορισμένες ευρωπαϊκές πολιτικές με τις οποίες διαφωνεί, είτε μεμονωμένα και κατά περίπτωση, με το βάρος όμως των απειλών να κατευθύνονται στην Ελλάδα.

Η Τουρκία όμως απειλείται άμεσα από ένα εσωτερικό κίνδυνο. Την οικονομία της, που παρά τις φανφαρονικές ανακοινώσεις στον τύπο σε εβδομαδιαία βάση, συστηματικά, για αύξηση εξαγωγών, για κέρδη τραπεζών, για παραγωγή ρεκόρ, κλπ., αντιμετωπίζει σοβαρά ζητήματα επενδύσεων, προβλήματα διαρροής κεφαλαίων, τεράστια έξοδα για την κάλυψη των αμυντικών δαπανών της, ιδιαίτερα από τότε που πραγματοποιεί κινήσεις εναντίον των Κούρδων στη Συρία και το Ιράκ.

Η πρόσφατη υποβάθμισή της από τον οίκο αξιολογήσεων Moody’s δεν ήρθε σαν «κεραυνός εν αιθρία». Ήταν αναμενόμενη και θα πολλά στοιχεία δείχνουν ότι θα έχει συνέχεια στη διάρκεια των εαρινών αξιολογήσεων και άλλων αντίστοιχων οίκων. Κι επειδή ήταν αληθινή, προκάλεσε την οργή και τις κατάρες του Erdogan, ο οποίος και πάλι βρήκε αιτιολογία να επιτεθεί λεκτικά κατά της Αθήνας.

Όλα δείχνουν πως η «τελική πράξη» διάρρηξης των δεσμών της Τουρκίας με τα δυτικά πρότυπα, πριν προχωρήσει στη συγκρότηση αυτού που ο ίδιος ο Erdogan ονομάζει «σύγχρονο οθωμανικό κράτος», θα είναι η σύγκρουσή του με την Ελλάδα και η επιζητούμενη επέκτασή του στην νησιωτική χώρα (Ανατολικό Αιγαίο και Δωδεκάνησα), προκειμένου να εξασφαλίσει ταυτοχρόνως και «λύση» στο ζήτημα της Τουρκικής ΑΟΖ, που περιορίζεται από την πληθώρα Ελληνικών νησιών.

Το όραμά του είναι, να διευρύνει τον έλεγχο της χώρα του στη ΝΑ Μεσόγειο, καθιστώντας την Τουρκία κυρίαρχο κι ελπίζοντας πως αυτό θα έχει παράλληλα και οικονομικά οφέλη από την πιθανή ύπαρξη ενεργειακών πόρων.

Σε όλα αυτά υποστηρικτικές κινήσεις είναι ο με ταχείς ρυθμούς εξοπλισμός των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων με νέα οπλικά συστήματα, η προσπάθεια ενδυνάμωσης της εθνικής παραγωγής πολεμικού υλικού, η κατασκευή διπλάσιου, σχεδόν, στόλου από τον σημερινό, με πλοία ευρείας και πολλαπλής δράσης, που δύσκολα «δένουν» με μια θάλασσα σαν το Αιγαίο.

Από τη δική μας πλευρά «κάνουμε ό,τι χρειάζεται» λέει ο υπεξ Ν. Κοτζιάς που συμβαδίζοντας με τις πρωθυπουργικές εντολές, συστήνει γενικώς «ψυχραιμία». Ο Αλ Τσίπρας από το Μαξίμου παρακολουθεί άβουλος τις Τουρκικές κινήσεις, εγκλωβισμένος σ ένα ξεπερασμένο ιδεολόγημα «φιλειρηνισμού» μη κατανοώντας τι δραματικές συνέπειες που θα έχει για τη χώρα το να στηρίζεται σε κάποιες «μαγικές» παρεμβάσεις Ευρωπαίων ή των ΗΠΑ.

Αλήθεια, μπορούμε με αυτές τις πολιτικές πρακτικές να αντιμετωπίσουμε αυτό που ο υπουργός Άμυνας, Π. Καμμένος, ο Aμερικανός πρέσβης Pyat και μια σειρά από ανώτατους αξιωματικούς ονόμασαν «ατυχές επεισόδιο»;

Please follow and like us: