Αραφάτ: η αποκαθήλωση του ιστορικού ηγέτη της ΟΑΠ* -μέρος 1ο

Οι μήνες Σεπτέμβριος και Νοέμβριος ήταν και πρέπει να είναι «μήνες καταστροφής» για τους Παλαιστίνιους. Ήταν στις 2 Νοεμβρίου 1917, όταν ο περίφημος Λόρδος Balfour της Αγγλίας, έδωσε την «υπόσχεσή του» στους ηγέτες των σιωνιστών να δημιουργήσουν μια «εβραϊκή πατρίδα» στην Παλαιστίνη.

Ήταν επίσης η 18η Σεπτεμβρίου 1982, όταν ο Γιάσερ Αραφάτ γύρισε την πλάτη του στους χιλιάδες που σκοτώθηκαν και σφαγιάστηκαν στη Σαμπρά και τη Τσάτιλα και γύρισε την πλάτη του στις εκατοντάδες χιλιάδες Παλαιστίνιους πρόσφυγες στο Λίβανο.

Και ήταν η 13η Σεπτεμβρίου 1993, όταν , ο Γιάσερ Αραφάτ, αναμφισβήτητος ηγέτης της PLO πλέον, υπέγραψε στο Όσλο τη συμφωνία που χορήγησε στο Ισραήλ πλήρη και ανεπιφύλακτη αναγνώριση, ικανοποιώντας την υπόσχεση που έδωσε στους Σιωνιστές ο Λόρδος Balfour.

Αντλώντας την δύναμη από τον αγώνα του λαού του, το εμπορικό σήμα «Arafat», επιβλήθηκε από την Ιορδανία στο Κουβέιτ, στην Κατεχόμενη Παλαιστίνη και σε όλα τα εκατομμύρια των Παλαιστινίων στα στρατόπεδα προσφύγων και στη Διασπορά, κάνοντας συχνά περισσότερο businesses παρά πολιτική.

Μετά την ανάληψη της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO) το 1969, ο Γιασέρ Αραφάτ επέμενε να έχει απόλυτο και άνευ όρων έλεγχο σε όλες τις αποφάσεις, σίγουρα σε όλα τα οικονομικά ζητήματα, χωρίς να είναι υπόλογος σε κανέναν. Τα αποτελέσματα της κατάχρησης και λεηλασίας δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων εξακολουθούν να παραμένουν άγνωστα.

Σύμφωνα με την εκπομπή του CBC «60 Minutes» που προβλήθηκε στις 7 Νοεμβρίου 2003 και τον Τζιμ Πρινς, μια ομάδα Αμερικανών λογιστών που προσλήφθηκαν από τον Αραφάτ, ήταν σε θέση να εκτρέψει τουλάχιστον ένα δισεκατομμύριο δολάρια πόρους της οργάνωσης «για να εξασφαλίσει την πολιτική του επιβίωση»  πολλά άλλα όμως ποσά δεν έχουν καταγραφεί.

Ο Γιάσερ Αραφάτ έτρεξε την ΟΑΠ ως αφεντικό «μαφίας» καθιστώντας παρωχημένες ιδέες, την ίδρυση οποιωνδήποτε βιώσιμων, ανεξάρτητων και υπεύθυνων παλαιστινιακών θεσμών. Έκανε το Εθνικό Κογκρέσο της Παλαιστίνης «PNC» ένα παιχνίδι, ξεδιάντροπο και διστακτικό σε όποιες αποφάσεις θα μπορούσαν να το αγγίξουν επί δεκαετίες.

Κατόρθωσε να το κάνει χρησιμοποιώντας τα χρήματα για να διεγείρει, να δωροδοκεί, να σιωπά και να απειλεί όποιον τολμά να τον αμφισβητήσει. Χωρίς την αίσθηση του καθήκοντος, τα περισσότερα, αν όχι όλα τα μέλη της ΟΑΠ και του Π.Ο.Κ., απλώς δέχτηκαν τον Αραφάτ να υπαγορεύει εντολές, χωρίς αξιόπιστη πρόκληση, θέτοντας έτσι το δρόμο για την ανεπανόρθωτη ζημιά, βλάβες και βεβαίως προδοσίες, του Αραφάτ, στον παλαιστινιακό λαό .

Τα χρήματα και οι απειλές ήταν τα εργαλεία του. Επέτρεπε σ’ όλους τους υφισταμένους του, να λεηλατούν, να εξαπατούν, να κάνουν κατάχρηση χρημάτων, κι όταν τολμούσαν να τον αμφισβητήσουν, τραβούσε το μικρό του «μαύρο βιβλίο» για να τα κάνει να σιωπούν.

Ενώ η οικονομική διαφθορά του Γιάσερ Αραφάτ και της ΟΑΠ είναι θρυλική, η ΟΑΠ, κι οι ισχυρισμοί της περί των «παλαιστινιακών θεσμών» είναι ψέμα. Η ανικανότητα και η διαφθορά του Αραφάτ και της ΟΑΠ θα πάρουν πολλούς όγκους. το δοκίμιο εδώ είναι για την εγκληματική του αμέλεια και την αποδιοργάνωση του καθήκοντος, την οποία υποσχέθηκε να εκπληρώσει στον παλαιστινιακό λαό, αρκετό έγκλημα για να τον καταδικάσει σε εσχάτη προδοσία μετά θάνατον.

Το έγκλημα στο Λίβανο

Το πρελούδιο της σφαγής του Σάμπρα και της Σάτυλα και αργότερα της συμφωνίας του Όσλο ήταν ο Λίβανος, όταν ο Αραφάτ και η ΟΑΠ διέφυγαν από την Ιορδανία, αφού έχασαν εκείτη μάχη για να αμφισβητήσει τον βασιλιά Χουσεΐν στην Ιορδανία.

Στον Λίβανο, ο ηγέτης της ΟΑΠ χρησιμοποίησε εκτενώς τα μπαρ και τους οίκους ανοχής του Λιβάνου ως μέσο για την «απελευθέρωση» της Παλαιστίνης. Ενώ οι αφοσιωμένοι εθελοντές βρίσκονταν σε στρατόπεδα στο Νότιο Λίβανο, η ηγεσία, τόσο στρατιωτική όσο και πολιτική, έκανε εκτεταμένη χρήση της «καλής ζωής» που προσέφερε ο Λίβανος, ειδικά σε στελέχη της PLO και Fatah με λογαριασμούς ανοικτών εξόδων.

Φτάνοντας στον Λίβανο, ο Αραφάτ προχώρησε στη δημιουργία της δημοκρατίας της μπανάνας «Δημοκρατία του Φακάνι», κράτους εντός του κράτους του Λιβάνου. Ο Αραφάτ για άλλη μια φορά ήταν ο κυβερνήτης που κατέστρεψε όλα όσα άγγιξε, επέτρεψε στους οργανισμούς της PLO και της Fatah και τους κακοποιούς, να καταχραστούν τις εξουσίες τους και την παρουσία τους στο Λίβανο, λόγοι για τους οποίους οι περισσότεροι Λιβανέζοι μίσησαν την ΟΑΠ.

Πολλά από τα στελέχη του συμπεριφέρθηκαν απερίσκεπτα, παραβιάζοντας της αξιοπρέπεια των Λιβανέζων, της χώρας υποδοχής, που δεν διέφεραν από τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρθηκαν στην Ιορδανία, καταχρώμενοι την εξουσία τους και αμφισβητώντας την εξουσία, της χώρας υποδοχής.

Περισσότερο ανησυχητικός, αηδιαστικός και επαίσχυντος είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπιζαν τους πολίτες της Ιορδανίας και ιδιαίτερα του Λιβάνου.

Με τη σιωπηρή έγκριση και το πράσινο φως τόσο από τον πρόεδρο Ρήγκαν όσο και από τον στρατηγό Αλέξανδρο Χάιγκ, ο οποίος υπηρέτησε τόσο ως υπουργός εξωτερικών των ΗΠΑ όσο και ως αρχηγός του Λευκού Οίκου, ο Μεναχέμ Μπεγκίν, ο τότε ισραηλινός πρωθυπουργός και τότε ο υπουργός Άμυνας Αριέλ Σαρόν αποφασίσανε να εισβάλουν στο Λίβανο με εκδηλωμένο σκοπό να εκδιώξουν την ΟΑΠ από τον Λίβανο.

Το 1982, το Ισραήλ κινητοποίησε το στρατό του και μέσα σε λίγες εβδομάδες κατέστρεψε τη Βηρυτό, την πρώτη αραβική πρωτεύουσα που εισέβαλε ποτέ στο Ισραήλ. Η πολιορκία της Βηρυτού ήταν σκληρή, άγρια ​​και καταστροφική, αναγκάζοντας τη διοίκηση του Ρήγκαν να παρεμβαίνει για να θέσει τέρμα στις αγριότητες που διέπραξε το Ισραήλ, ως «δύναμη κατοχής».

Για να το επιτύχουν αυτό οι ΗΠΑ, η διοίκηση του Ρήγκαν απέστειλε πρέσβη Φιλίπ Χαμπίμπ ως Ειδικό Απεσταλμένο της Μέσης Ανατολής. Στο πλαίσιο αυτό, αποφεύχθηκε μια ευρύτερη σύγκρουση μεταξύ της Συρίας και του Ισραήλ και μεταξύ του Ισραήλ και της ΟΑΠ.

Σύμφωνα με τα σχέδια του πρεσβευτή Χαμπίμπ, υπήρξε μια κατάπαυση του πυρός, ο Αραφάτ και η ΟΑΠ κλήθηκαν να αποσύρουν και να εκκενώσουν τον Λίβανο, και το Ισραήλ να αποσυρθεί από τη Βηρυτό προς τα διεθνή σύνορα. (Το Ισραήλ εξακολούθησε να καταλαμβάνει το Νότιο Λίβανο για 20 χρόνια, παρά το γεγονός ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ κάλεσε για την άνευ όρων αποχώρησή του).

Πιο σημαντικό από όλα, αναγνωρίζοντας την πολύ ασταθή ατμόσφαιρα μεταξύ των Λιβανέζων Φαλαγγιτών συμμάχων του Ισραήλ , ο πρεσβευτής Χαμπίμπ, έδωσε την αμερικανική διαβεβαίωση ότι δεν θα υπάρξει καμιά βλάβη για να παραμείνουν εκατοντάδες χιλιάδες Παλαιστίνιοι και οι οικογένειές τους. Οι ΗΠΑ δεν τήρησαν ποτέ την υπόσχεσή τους και ο Αραφάτ δεν πλήρωσε ποτέ για το ότι επέτρεψε σε χιλιάδες παλαιστίνιους να σφαγιαστούν.

Μόλις τα πλοία μετέφεραν τον Αραφάτ και τους ένοπλους μαχητές του, οι Λιβανέζοι Φαλαγγίτες, υπό την ηγεσία του Έλι Χόμπιεκ, περικύκλωσε τα Παλαιστινιακά στρατόπεδα της Σάμπρα και της Τσάτυλα. Οι Ισραηλινοί παρείχαν την απαραίτητη ασφάλεια για τα 300-400 μέλη της πολιτοφυλακής του Λιβάνου, διασφαλίζοντας ότι δεν υπάρχει διέξοδος διαφυγής. Τότε οι Λιβανέζοι Φαλαγγίτες υπό την επίβλεψη και με προβολείς μέσα στη νύχτα προχώρησαν, σφαγιάζοντας πάνω από 3.500 Παλαιστίνιους γυναίκες, παιδιά, νέους και ηλικιωμένους, με σφαίρες και μαχαίρια.

Μόλις λίγες μέρες αργότερα ο κόσμος ξύπνησε, αποκαλύφθηκε το πιο σκληρό έγκλημα που διαπράχθηκε στο Λίβανο χάρη στους ανταποκριτές των διεθνών μέσων. Οι εικόνες φρίκης που είδαν έπληξαν το κύρος του ΟΗΕ, τις ΗΠΑ και του Αραφάτ.

Ο Σον Μακ Μπράιντ, βοηθός γενικού γραμματέα και πρόεδρος της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, κατηγόρησε το Ισραήλ πως «καθώς η κατοχική δύναμη ήταν υπεύθυνη για τη βία – η σφαγή ήταν μια μορφή γενοκτονίας».

Το Ισραήλ, από την άλλη πλευρά, ήταν σε σοκ και μετά από μια τεράστια διαμαρτυρία 400.000 πολιτών στο Τελ-Αβίβ, ο Μπεγκίν και η κυβέρνησή του αποφάσισαν να διορίσουν μια «ειδική επιτροπή» για να εξετάσουν τι συνέβη.

Η «Επιτροπή Καχάν» του Ισραήλ μετά από 4 μήνες συζήτησης δημοσίευσε τη διαπίστωσή της στις 8 Φεβρουαρίου 1983 και «κατέληξε στο συμπέρασμα ότι την άμεση ευθύνη ευθύνη είχαν οι Φαλαγγίτες του Τζεμαγιέλ,  υπό την ηγεσία του Φάντι Φρεμ και ότι κανένας Ισραηλινός δεν θεωρήθηκε άμεσα υπεύθυνος, αν και το Ισραήλ διεθνώς θεωρήθηκε άμεσα υπεύθυνο».

Η «έκθεση Kαχάν» συνέχισε να υποστηρίζει ότι «η απόφαση για την είσοδο των Φαλαγγιτών στα στρατόπεδα προσφύγων, ελήφθη χωρίς να ληφθεί υπόψη ο κίνδυνος που οι δημιουργοί και οι εκτελεστές της απόφασης ήταν υποχρεωμένοι να προβλέψουν ως πιθανό – Οι Φαλαγγίτες να διαπράξουν σφαγές και πογκρόμ εναντίον των κατοίκων των καταυλισμών. Ομοίως, είναι σαφές από την πορεία των γεγονότων ακόμη κι όταν άλλες ανεξάρτητες εκθέσεις άρχισαν να φθάνουν σχετικά με τις ενέργειες των Φαλαγγιτών στα στρατόπεδα, δεν ελήφθησαν υπόψη οι εκθέσεις αυτές, δεν προέκυψαν σωστά συμπεράσματα από αυτά και δεν υπήρξαν ενεργητικά και άμεσα μέτρα για να περιοριστούν οι Φαλαγγίτες και να σταματήσουν οι πράξεις τους.

Ως αποτέλεσμα της «έκθεσης Καχάν» ο Αριέλ Σαρόν ως υπουργός Άμυνας αναγκάστηκε να παραιτηθεί, για να γίνει αργότερα πρωθυπουργός και ο Μεναχέμ Μπεγκίν παραιτήθηκε και αποσύρθηκε από την ισραηλινή πολιτική.

Αντίθετα, ο Γιασέρ Αραφάτ, η Εκτελεστική Επιτροπή του PLO, και η PNC δεν προέβησαν σε καμία ενέργεια ή δεν πραγματοποίησαν επίσημη ακρόαση και δεν ζήτησαν να δημιουργηθεί ένα διεθνές εξεταστικό όργανο για τη σφαγή. Όλοι έφυγαν, χαρούμενοι που γλύτωσαν τη ζωή τους και τους τραπεζικούς τους λογαριασμούς.

Σε αντίθεση με τους Ισραηλινούς που κατέβαιναν στους δρόμους αναγκάζοντας τους Μπεγκίν και Σαρόν να παραιτηθούν, δεν έγινε καμιά  δράση από την Παλαιστίνη για να αναλάβει ο Γιασέρ Αραφάτ, η εκτελεστική επιτροπή του PLO και η PNC την υπευθυνότητα όχι μόνο για τις σφαγές που έλαβαν χώρα αλλά και για να καταδείξουν ότι οι ΗΠΑ, οι Φαλαγγίτες και οι ισραηλινοί υπεύθυνοι είχαν ευθύνες.

Απλά δεν έκαναν τίποτα που ώστε κάποιος να μπορεί μία μέρα να ακολουθήσει τους εγκληματίες. Το χειρότερο συνέβη όταν η Σούχα Αραφάτ τοποθέτησε έναν από τους ανώτερους αξιωματικούς ασφαλείας των Φαλαγγιτών, ως αξιόπιστο οικονομικό σύμβουλο της και ο οποίος μετέβη στην Ουάσιγκτον με το ιδιωτικό αεροπλάνο του Αραφάτ, όταν ο Αραφάτ πήγε στις ΗΠΑ για να υπογράψει το Όσλο. Κανένας παλαιστινιακός οργανισμός δεν φρόντισε, ούτε να τον αμφισβητήσει τον Αραφάτ ή να τον καλέσει να παραιτηθεί.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΑΥΡΙΟ

*

Please follow and like us: