Ιστορίες τρέλας με την πώληση περιουσίας Πατριαρχείου στα δυτικά Ιεροσόλυμα

Στον ιστότοπο της οικονομικής εφημερίδας Calcalist  του Ισραήλ, δημοσιεύτηκε [27/06/17] άρθρο του Αμιτάι Γκάζιτ, με τίτλο «500 στρέμματα στην καρδιά της Ιερουσαλήμ περνάνε από την Εκκλησία σε ιδιώτες επιχειρηματίες» και υπότιτλο «Το Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο πούλησε πέρυσι περισσότερα από 200 οικόπεδα στις συνοικίες Talbiya και Nayot σε μυστηριώδη επενδυτικό όμιλο. Οι κάτοικοι των παραπάνω συνοικιών, των οποίων τα ακίνητα υπάγονται σε καθεστώς υπεκμίσθωσης που λήγει σε 30 χρόνια, ανησυχούν ότι οι επιχειρηματίες θα ζητήσουν υψηλά ποσά για την ανανέωση της υπεκμίσθωσης».

Όπως αναφέρει ο αρθρογράφος, η αίτηση που κατατέθηκε από το Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο στο Περιφερειακό Δικαστήριο Ιεροσολύμων σχετικά με αίτημα χορήγησης πιστοποιητικού από τον Δήμο Ιεροσολύμων, συνεπάγεται δραματικές και ιστορικές συνέπειες για τον τομέα των ακινήτων. Στη συγκεκριμένη αίτηση, το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων ζητάει να του χορηγηθεί από τον Δήμο Ιεροσολύμων πιστοποιητικό μη οφειλής [στον Δήμο] για τα 500 στρέμματα που έχει στην ιδιοκτησία του [το Πατριαρχείο] στις συνοικίες των Ιεροσολύμων Talbiya και Nayot.

Στην αίτηση, η οποία περιήλθε στην ε/φ Calcalist, αποκαλύπτεται ότι το Πατριαρχείο πούλησε τον Αύγουστο του 2016 έκταση 500 στρεμμάτων σε «μυστηριώδη επενδυτικό όμιλο» με την επωνυμία Nayot Komemiyut Investments και επικεφαλής τον δικηγόρο Νόαμ Μπεν Ντάβιντ. Στην αίτηση επισυνάπτεται έγγραφο που απαριθμεί τα 200 οικόπεδα των παραπάνω συνοικιών και το οποίο κατατέθηκε στο δικαστήριο επειδή ο Δήμος καθυστέρησε να χορηγήσει τη βεβαίωση που απαιτείται για την ολοκλήρωση της διαδικασίας μεταβίβασης των ακινήτων. Ο αρθρογράφος επισημαίνει ότι πρόκειται για την πρώτη φορά που το Πατριαρχείο πουλάει οικόπεδα στα Ιεροσόλυμα. «Η Εκκλησία δεν συνήθιζε μέχρι σήμερα να πουλάει εδάφη της», εξηγεί στην Calcalist ο πολεοδόμος Δρ. Ισραέλ Κιμχί, από το Ινστιτούτο των Ιεροσολύμων [The Jerusalem Institute for Israel Studies]. «Ειδικά η πώληση οικοπέδων της Εκκλησίας σε ομάδα εβραίων [επιχειρηματιών],είναι κάτι που δεν είθισται».

Όπως αναφέρεται στο δημοσίευμα, στην αίτηση που κατέθεσε το Πατριαρχείο δεν σημειώνεται το ποσό που έλαβε για την εν λόγω συναλλαγή και από ό,τι φαίνεται τόσο το Πατριαρχείο όσο και ο επενδυτικός όμιλος θέλουν να αποκρύψουν αυτό το στοιχείο. Ο Γκάζιτ, αναφέρει ότι εκπρόσωποι του Πατριαρχείου, στην προσπάθειά τους να πείσουν τον Δήμο Ιεροσολύμων να τους χορηγήσει το έγγραφο έγραψαν [στον Δήμο] ότι «Παράγοντες στο Ισραήλ και στο εξωτερικό, μερικοί εκ των οποίων είναι εχθρικοί, κατέβαλαν και συνεχίζουν να καταβάλλουν προσπάθειες για να αποτραπούν αυτού του είδους οι συναλλαγές (…) Βάσει αυτού, για το καλό των κατοίκων των Ιεροσολύμων και του Κράτους του Ισραήλ, είναι υψίστης σημασίας να τηρηθούν άκρως απόρρητα η σύναψη της συμφωνίας και τα στοιχεία αυτής».

Σύμφωνα με στοιχεία της φορολογικής αρχής που αναφέρονται στο δημοσίευμα, την ημέρα που συνάφθηκε η συμφωνία έγινε γνωστό ότι ένα από τα οικόπεδα που ήταν στην ιδιοκτησία του Πατριαρχείου πουλήθηκε έναντι 38 εκατομμυρίων σέκελ. Αυτό το ποσό, σημειώνει ο αρθρογράφος, προστίθεται στα 76 εκατομμύρια σέκελ που πλήρωσε το 2011 άλλη εταιρεία με επικεφαλής τον Μπεν Ντάβιντ – με την επωνυμία Nayot Komemiyut – για το δικαίωμα να συλλέξει το αντίτιμο της υπεκμίσθωσης στο τέλος της περιόδου υπεκμίσθωσης του Jewish National Fund (JNF). To JNF εκμίσθωσε τα οικόπεδα από το Πατριαρχείο με συμβόλαιο για εκατό χρόνια, το οποίο αναμένεται να λήξει το 2050-2052, και στη συνέχεια τα υπεκμίσθωσε στις 1.500 οικογένειες που κατοικούν εκεί. Έτσι, οι δύο εταιρείες, στις οποίες είναι μέλη οι ίδιοι επιχειρηματίες, πλήρωσαν συνολικά 114 εκατομμύρια σέκελ για τα δικαιώματα επί των οικοπέδων. Σύμφωνα με τον εκτιμητή ακινήτων Κόμπι Μπιρ, πρόκειται για ένα λογικό ποσό που συνδέεται με το γεγονός ότι τα συμβόλαια εκμίσθωσης θα λήξουν σε 35 χρόνια. Δηλαδή, ο Κόμπι Μπιρ εξηγεί ότι οι εταιρείες πλήρωσαν εκ των προτέρων για δικαιώματα που θα απολαύσουν μόνο σε μερικά χρόνια και ότι το ποσό αντιστοιχεί στην αξία του οικοπέδου αλλά και στην χρονική περίοδο που θα μεσολαβήσει μέχρι να αποφέρει κέρδη η επένδυση. Όπως επισημαίνει ο αρθρογράφος, εκτός από την ιστορική σημασία αυτής της συναλλαγής, η πώληση των οικοπέδων αναμένεται να επηρεάσει την ζωή εκατοντάδων οικογενειών που κατοικούν στις εν λόγω συνοικίες.

Στο δημοσίευμα υπενθυμίζεται ότι το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων έχει τον έλεγχο των προαναφερθέντωνοικοπέδων από τις αρχές του 19ου αιώνα. Την περίοδο εκείνη χρησίμευαν για καλλιέργειες και αποτελούσαν πηγή εισοδήματος. Όταν όμως η πόλη διευρύνθηκε, το Πατριαρχείο αντελήφθη ότι η αξία των οικοπέδων για οικιστική χρήση θα είναι υψηλότερη από ό,τι για γεωργική. Έτσι, κατά το διάστημα 1950-1952 το Πατριαρχείο υπέγραψε με το JNF τρία συμβόλαια εκμίσθωσης για εκατό χρόνια. Οι συμφωνίες της εκμίσθωσης ήταν για τρία διαφορετικά συγκροτήματα πάνω στα οποία χτίστηκαν οι συνοικίες Talbiya και Nayot, καθώς επίσης και τμήμα του Μουσείου του Ισραήλ.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, οι κάτοικοι αυτών των συνοικιών εδώ και δεκαετίες πίστευαν ότι το JNF θα ανανέωνε τη συμφωνία εκμίσθωσης με το Πατριαρχείο, όπως ισχύει για τους περισσότερους ιδιοκτήτες ακινήτων στο Ισραήλ που υπεκμισθώνουν κρατικά οικόπεδα με συμβόλαια που ανανεώνονται αυτόματα. Ωστόσο, επισημαίνει ο Gazit, όπως προκύπτει από τις δικαστικές αποφάσεις των τελευταίων ετών, με τη λήξη του συμβολαίου εκμίσθωσης, οι ιδιοκτήτες των οικοπέδων θα μπορούν να βγάλουν τους κατοίκους από τα σπίτια τους. Για τον λόγο αυτό – και λόγω της αβεβαιότητας σχετικά με το τι θα αποφάσιζε να κάνει το Πατριαρχείο με τα οικόπεδά του κατά τη λήξη της περιόδου εκμίσθωσης – η αξία των ακινήτων σε αυτές τις συνοικίες μειώθηκε τα τελευταία χρόνια κατά 30%. Σημειώνεται ότι τα τελευταία χρόνια πραγματοποιήθηκαν συναντήσεις μεταξύ του Δήμου Ιεροσολύμων, του JNF και της Κτηματολογικής Αρχής του Ισραήλ σε μια προσπάθεια να φροντίσουν για το καλό των κατοίκων, οι οποίοι ανησυχούσαν ότι θα χάσουν τα σπίτια τους μόλις λήξει η περίοδος εκμίσθωσης. Η μεταξύ τους συνεργασία δεν καρποφόρησε, ενώ το Υπουργείο Δικαιοσύνης απέφυγε να αναμιχθεί ισχυριζόμενο ότι οι ιδιοκτήτες των οικιών γνώριζαν [εξ’ αρχής] ότι αγοράζουν οικία υπό καθεστώς εκμίσθωσης.

Όπως αναφέρει ο αρθρογράφος, υπάρχει το ενδεχόμενο, επειδή στη θέση του Πατριαρχείου θα είναι μια επιχείρηση, οι διαπραγματεύσεις για την ανανέωση της συμφωνίας εκμίσθωσης να γίνουν με πιο απλό τρόπο και με μεγαλύτερη βεβαιότητα καθώς θα διεξαχθούν με επιχειρηματίες που αναζητούν το κέρδος, σε σύγκριση με έναν θρησκευτικό οργανισμό [το Πατριαρχείο] που η οικονομική θεώρηση δεν αποτελεί τον κύριο τρόπο θεώρησης των πραγμάτων. Από την άλλη, σύμφωνα με τις δηλώσεις του Dr. Israel Kimchi, από το Ινστιτούτο των Ιεροσολύμων, η αλλαγή του ιδιοκτήτη και η μετάβαση του ακινήτου σε ιδιώτη επιχειρηματία ενδέχεται να συνοδεύεται από πρόσθετη αβεβαιότητα. «Τα δικαιώματα ιδιοκτησίας δίνουν στην ομάδα των επιχειρηματιών απόλυτο δικαίωμα απόφασης. Μπορούν να αλλάξουν τη χρήση του οικοπέδου και να ζητήσουν από τον Δήμο να χτίσουν οτιδήποτε θελήσουν στα οικόπεδα της ιδιοκτησίας τους (…) Επίσης, σε κάθε περίπτωση, οι επιχειρηματίες θα είναι σε θέση να εκμισθώσουν την περιοχή εκ νέου και να ζητήσουν για αυτό πολλά χρήματα».

Αυτό που φημολογείται ότι ανησυχεί τους κατοίκους των εν λόγω συνοικιών είναι ότι οι επιχειρηματίες θα περιμένουν να πέσουν οι τιμές των ακινήτων, θα τα αγοράσουν σε πολύ χαμηλές τιμές και στη συνέχεια θα προσπαθήσουν να τα πουλήσουν με πλήρη ιδιοκτησία σε υψηλή τιμή, ενδεχομένως μετά την εφαρμογή των προγραμμάτων [αστικής ανάπλασης] Binui Pinui και Tama 38.

Ο Νόαμ Μπεν Ντάβιντ, επικεφαλής του επενδυτικού ομίλου που αγόρασε τα δικαιώματα επί των οικοπέδων, δήλωσε στην Calcalist ότι «ακόμη δεν αποφασίσαμε τι να κάνουμε με τα δικαιώματα αλλά ό,τι κάνουμε θα είναι σε συνεργασία με τον Δήμο Ιεροσολύμων. Φαίνεται ότι αυτό είναι το κοινό συμφέρον των κατοίκων». Επίσης, ο Μπεν Ντάβιντ δήλωσε ότι στην έκταση που αγόρασε η ομάδα περιλαμβάνονται πολλά άχτιστα οικόπεδα, υπαινισσόμενος ότι ο όμιλος επενδυτών εξετάζει το ενδεχόμενο οικοδόμησης σε αυτά.

Όσον αφορά την ανησυχία των κατοίκων σχετικά με τη δραματική μείωση της αξίας των ακινήτων μετά την εμφάνιση της συγκεκριμένης ομάδας επιχειρηματιών στο προσκήνιο, ο Μπεν Ντάβιντ τόνισε ότι όλοι όσοι κατοικούν σε αυτά τα ακίνητα με εκμίσθωση στο JNF γνωρίζουν ότι η εκμίσθωση πρόκειται να λήξει το 2050, όπως θα συνέβαινε και με μια κανονική συμφωνία ενοικίασης. Όποιος έχει αγοράσει ακίνητο που υπόκειται σε εκμίσθωση, γνωρίζει ακριβώς πότε λήγει η εκμίσθωσή του, το οποίο σημαίνει ότι καθένας από τους κατοίκους γνωρίζει ότι θα πρέπει να αποχωρήσει από την οικία του. Όποιος αγοράζει ακίνητο υπό αυτό το καθεστώς το γνωρίζει και για αυτόν τον λόγο οι τιμές των κατοικιών [στη συγκεκριμένη περιοχή] παρουσιάζουν πτώση κατά 30%. Αυτή είναι η αγοραστική πραγματικότητα σήμερα». Σημειώνεται επίσης ότι ο Μπεν Ντάβιντ αρνήθηκε να αποκαλύψει την ταυτότητα των συνεταίρων του στη συμφωνία αγοράς.

Όπως αναφέρεται στο δημοσίευμα, από την αλληλογραφία που επισυνάφτηκε στην αίτηση που κατατέθηκε αυτόν τον μήνα στο Δικαστήριο, προκύπτει ότι ο Δήμος Ιεροσολύμων γνώριζε για τη συμφωνία ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2016. Ωστόσο, η ομάδα των επενδυτών ζήτησε από τον Δήμο να το κρατήσει μυστικό, επειδή, όπως ισχυρίζονται στις επιστολές τους, η κοινοποίηση της συναλλαγής κινδυνεύει να προκαλέσει ζημίες «στους αγοραστές αλλά ενδεχομένως και στους ιδιοκτήτες των ακινήτων που υπόκειται σε καθεστώς υπεκμίσθωσης». Παράγοντες του JNF – το οποίο ο αρθρογράφος θεωρεί ότι θα πρέπει να προστατεύσει τα συμφέροντα των κατοίκων των συνοικιών μόλις περάσουν στα χέρια των επενδυτών – ισχυρίζονται ότι ο Δήμος Ιεροσολύμων δεν τους ενημέρωσε καν για τη συναλλαγή. «Μέχρι τώρα δεν δώσαμε σημασία σε αυτό τον όμιλο επενδυτών», δήλωσαν. «Από την στιγμή που αυτοί αγόρασαν τα οικόπεδα πρόκειται για μια τελείως διαφορετική υπόθεση».

Ο αρθρογράφος αναφέρει ότι τον Μάρτιο του 2011, όταν όμιλος επενδυτών Nayot Komemiyut αγόρασε τα δικαιώματα για την είσπραξη του αντιτίμου της εκμίσθωσης, το JNF αρνήθηκε να διαπραγματευτεί μαζί τους για το μέλλον των κατοίκων. Οι άνθρωποι του JNF βίωσαν τραύμα το 2000 όταν εξαπατήθηκαν για δεκάδες εκατομμύρια δολάρια σε εικονικές διαπραγματεύσεις για την επιμήκυνση των δικαιωμάτων εκμίσθωσης, για τον λόγο αυτό ζήτησαν από το κράτος να αναλάβει την ευθύνη επί του θέματος. Στην ίδια υπόθεση εξαπάτησης, ο επενδυτής Yaacov Rabinovitch ισχυρίστηκε ότι έναντι τελών μεσολάβησης ύψους 20 εκατομμυρίων δολαρίων, θα επιμήκυνε το συμβόλαιο εκμίσθωσης του JNF στην περιοχή κατά εκατοντάδες χρόνια, και το JNF τού κατέβαλε το ποσό. Στη συνέχεια έγινε γνωστό ότι πρόκειται για πλαστό και εικονικό συμβόλαιο που ακυρώθηκε τελικά από το δικαστήριο. Όπως σημειώνει ο Γκάζιτ, παρά τις μνήμες από την υπόθεση εξαπάτησης, το κράτος ενδέχεται τώρα να δεσμευτεί να διεξάγει διαπραγματεύσεις με τον όμιλο των επενδυτών, διότι από κάτοχοι των δικαιωμάτων για την είσπραξη του αντιτίμου εκμίσθωσης έχουν μετατραπεί σε ιδιοκτήτες πλήρων δικαιωμάτων επί των οικοπέδων. Στην αίτησή τους στον Δήμο Ιεροσολύμων, οι μυστηριώδεις επενδυτές ζήτησαν να γίνει διαχωρισμός μεταξύ των δύο ομίλων εταιρειών, παρότι και οι δύο ανήκουν στην Efraim Abramson Trust Company και παρότι και οι δύο εταιρείες είναι θυγατρικές της εταιρείας Maala Tova Ahzakot.

Στο δημοσίευμα αναφέρεται ότι, σε ερώτηση για το συγκεκριμένο θέμα, το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων απάντησε ότι επιβεβαιώνει την πραγματοποίηση της συναλλαγής, προσθέτοντας ότι «μια από τις αιτίες για τις οποίες πραγματοποιήθηκε η συναλλαγή με ιδιωτικούς παράγοντες είναι η αμελής συμπεριφορά του JNF και των δικηγόρων που το εκπροσωπούσαν. Μολονότι στο παρελθόν τούς προτάθηκε να ανανεώσουν την εκμίσθωση, δεν έκαναν τίποτα». Από τον Δήμο Ιεροσολύμων δόθηκε η απάντηση ότι «ο Δήμος έλαβε την αίτηση και εξετάζει τη θέση του επί του θέματος».

Ομάδα κατοίκων των συνοικιών στα Ιεροσόλυμα ανέφερε ότι «η ανάμειξη μελών της ομάδας οφείλεται σε αιτήματα κατοίκων – οι περισσότεροι εκ των οποίων πολύ ηλικιωμένοι – που ανησυχούν, οι οποίοι δεν έλαβαν καμιά απάντηση ούτε από το κράτος, ούτε από τον Δήμο Ιεροσολύμων ή από άλλα σιωνιστικά ιδρύματα. Το κράτος έχει ευθύνη απέναντι σε κατοίκους οικοπέδων που ανήκουν στην [Ελληνορθόδοξη] Εκκλησία και ήρθε η ώρα να το αναγνωρίσει. Βρισκόμαστε σε διαδικασία οργάνωσης των κατοίκων των εν λόγω συνοικιών για έναρξη δημόσιου αγώνα με σκοπό την εξασφάλιση του μέλλοντος των κατοίκων σε οικόπεδα της Εκκλησίας. Πέρα από την ξεκάθαρη πλευρά του θέματος που αφορά τους πολίτες, δεν επιτρέπεται η κοινωνία μας να εγκαταλείπει την γενιά που ίδρυσε το κράτος και τώρα έχει μείνει αβοήθητη».

Please follow and like us: